Work Text:
Πάλι ξεκίνησε εκείνος ο παράξενος θόρυβος. Ο Μπένετ ήταν σχεδόν σίγουρος ότι ξεκίνησε το απόγευμα, ακριβώς αφού που πήρε το αμάξι για να πάει στο Τρούντιντ και να βοηθήσει την φίλη του με τη μετακόμιση. Σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια από τον πατέρα του, αλλά μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά, το πιο πιθανό ήταν να αρνιόταν να βοηθήσει έτσι κι αλλιώς. Και πέρα από αυτό, δεν χρειαζόταν άλλη μία διάλεξη για το πώς «θα έπρεπε να βρει κάτι καλύτερο να κάνει με τη ζωή του» και «τι είδους δουλειά είναι αυτή ενός στατιστικολόγου». Οι περισσότεροι γονείς θα ήταν περήφανοι αν ήξεραν ότι το παιδί τους αποφάσισε να σπουδάσει αντί να βρει μια άθλια, καλοπληρωμένη δουλειά αμέσως μετά το λύκειο, αλλά ο πατέρας του φαινόταν πραγματικά αποφασισμένος να ξεχωρίσει σ’ αυτόν τον τομέα. Όχι ότι ήθελε να παρατήσει ο Μπένετ το κολέγιο—το αντίθετο. Θα προτιμούσε απλώς να εκπληρώσει ο γιος του τα ανεκπλήρωτα όνειρά του: να γίνει δικηγόρος, να έχει ένα φανταχτερό διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη και να τρίβεται με την ελίτ. Πανεύκολο, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Μπένετ.
Γαμώτο. Άντε πάλι αυτός ο περίεργος θόρυβος. Συνοφρυώθηκε και σκέφτηκε να σταματήσει στην άκρη του δρόμου και να ελέγξει τη μηχανή, αλλά η ιδέα της Μόνικα να γκρινιάζει επειδή θα αργούσε ξανά τον πείθει να συνεχίσει. Θα είναι εντάξει. Δεν υπήρχε κάποια ένδειξη, πέρα από τα περιστασιακά περίεργα «γρυλίσματα» της μηχανής, ότι κάτι πήγαινε πραγματικά στραβά με το αυτοκίνητο. Θα μπορούσε να το ελέγξει αργότερα, μετά τη δουλειά. Σε κάθε περίπτωση, μπορούσε πάντα να αφήσει το αμάξι στο πάρκινγκ του «Joe’s 24h Stopover» και να καλέσει τον Πάρκερ να τον πάρει. Είχαν έτσι κι αλλιώς εκείνο το μεγάλο πρότζεκτ που έληγε σύντομα, και θα τον μάζευαν κι από το φεγγάρι αν ο Μπένετ τους δελέαζε με έναν δωρεάν καφέ, ή και τέσσερις.
Λίγα λεπτά αργότερα πάρκαρε στο σχεδόν άδειο πάρκινγκ της καφετέριας, το μόνο άλλο αυτοκίνητο τριγύρω να είναι της Μόνικα. Κι ενώ κατά τη διάρκεια της μέρας υπάρχει κάποια κίνηση γύρω από εδώ, μιας και το καφέ βρισκόταν στο πλάι ενός σχετικά πολυσύχναστου δρόμου, τη νύχτα οι μοναδικοί που εμφανίζονταν ήταν οι περιστασιακοί κουρασμένοι νταλικέρηδες, οι περιπολούντες αστυνομικοί που πήγαιναν πέρα δώθε από το Τρούντιντ στο Μπέκτον, και ίσως κάποιοι έφηβοι, γεμάτοι ζωντάνια μπροστά σε έναν κοινότοπο χώρο που, στα μάτια τους, γινόταν αψήφιστα απαγορευμένος από την αποδοκιμασία των γονιών τους.
Ο Μπένετ άρπαξε την τσάντα του, βγήκε από το αυτοκίνητο, έκλεισε την πόρτα αφηρημένα και κοίταξε το κινητό του. Η μπαταρία ήταν στο 17%, κάτι κάπως ανησυχητικό. Έ, καλά, σκέφτηκε, νιώθοντας λίγο εκνευρισμό με τον εαυτό του που ξέχασε να το φορτίσει. Αν έφταναν τα πράγματα στο απροχώρητο, μπορούσε πάντα να χρησιμοποιήσει το παλιό σταθερό τηλέφωνο στο πίσω δωμάτιο—μια παλιά αποθήκη γεμάτη ράφια και άχρηστα πράγματα που κανείς δεν ήθελε να πετάξει—για να καλέσει τον Πάρκερ να τον πάρει.
Έσπρωξε την πόρτα με τον αγκώνα του, το κουδουνάκι ήχησε με την κίνηση. Η Μόνικα, η συνάδελφός του, σταμάτησε αμέσως να ακουμπάει στον πάγκο και ίσιωσε την πλάτη της, μα χαλάρωσε όταν τον είδε. «Δόξα τω Θεώ, ήρθες στην ώρα σου» είπε κουρασμένα. Ο Μπένετ έβγαλε τη γλώσσα του καθώς περνούσε πίσω από τον πάγκο. «Έλα τώρα, Μον, άργησα καμιά τέσσερις φορές τους τελευταίους μήνες» μουρμούρισε καθώς έβγαζε την ποδιά του από ένα συρτάρι που μύριζε ταμπάκο και τσίχλα λεμόνι. «Στάσου μην σ’ ακούσει ο Τζο» απάντησε η Μόνικα καθώς κυριολεκτικά ξήλωνε τη δική της ποδιά και την έσπρωχνε στο συρτάρι. «Και τέλος πάντων, ήθελα να φύγω στην ώρα μου, εγώ και ο άντρας μου θα έχουμε μια ρομαντική βραδιά στο σπίτι». Ο Μπένετ της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα αλλά προτίμησε να κρατήσει τις σκέψεις του για τον εαυτό του. Η Μόνικα είχε παραπονεθεί περισσότερες από μία φορα για την πεθερά της, που δεν την συμπαθούσε και δεν πίστευε ότι ήταν αρκετά καλή για τον γιο της, τον Ντεμάρκους. Φυσικά, όταν ο Μπένετ επεσήμανε ότι ο Ντεμάρκους θα μπορούσε τουλάχιστον να την υπερασπιστεί, αυτό οδήγησε σε μια διάλεξη διάρκειας 45 λεπτών για το πώς «είσαι πολύ μικρός για να καταλάβεις την πολυπλοκότητα ενός έγγαμου βίου». Φαινόταν ότι ο σύζυγος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα λάθος, οπότε ο Μπένετ πήρε το μάθημά του και κρατούσε το στόμα του κλειστό όταν πρόκειται για την προσωπική της ζωή, αφήνοντάς την να μονολογεί κάθε φορά που ήθελε να παραπονεθεί για τα εσώψυχα του γάμου της.
«Λοιπόν, να περάσετε καλά, υποθέτω» απάντησε τελικά. «Εγώ πάντως δεν πρόκειται». «Α, δεν θα σε κάνουν παρέα ο Πάρκερ και η Αλένα απόψε;» χαμογέλασε συμπονετικά η Μόνικα. «Όχι, απόψε όχι. Έχουμε εξεταστική σύντομα, οπότε ο Πάρκερ προσπαθεί να ξενυχτήσει διαβάζοντας, και μόλις βοήθησα την Αλένα να μετακομίσει στο νέο της σπίτι στο Τρούντιντ, οπότε έχει τα χέρια της δεμένα. Δεν πειράζει όμως, θα διαβάσω, και μπορεί να πάρω τον Πάρκερ να έρθει να με πάρει όταν σχολάσω». Ο Μπένετ είδε το ερωτηματικο βλέμμα της. «Νομίζω ότι το αμάξι μου ετοιμάζεται να τα τινάξει. Και το κινητό μου είναι στα τελευταία του».
Η Μόνικα τον κοίταξε ανήσυχη. «Λοιπόν, αν δεν σου απαντήσουν, μπορείς να με καλέσεις. Θα έρθω να σε παρω» είπε διστακτικά. Άθελα του, μια ζεστή αίσθηση στοργής πλημμύρισε τον Μπένετ. Μπορεί να παραπονιόταν, μπορεί να ήταν λίγο κουραστική καμιά φορά, αλλά η Μόνικα ήταν πραγματικά καλή γυναίκα. «Έλα τώρα, αποκλείεται. Η βάρδιά μου τελειώνει στις έξι το πρωί, και δουλεύεις και αύριο. Δεν χρειάζεται να με νταντεύεις, θα είμαι μια χαρά» απάντησε γελώντας απαλά καθώς εκείνη αναστέναζε επιδεικτικά. «Εντάξει, απλώς να το έχεις υπόψη, ούτε εγώ ούτε ο Ντεμάρκους θα είχαμε πρόβλημα» είπε χαλαρά.
Ύστερα από λίγη κουβέντα ακόμη και μία κούπα καφέ που έφτιαξε για τον δρόμο, μπήκε στο αυτοκίνητό της και έφυγε. Ο Μπένετ αναστέναξε και, αφού έκανε έναν σύντομο έλεγχο στα τραπέζια για να σιγουρευτεί πως ήταν καθαρά, έβγαλε τις σημειώσεις και ένα βιβλίο από το σακίδιό του. Ας μελετήσει και λίγο, σκέφτηκε.
Μερικές ώρες αργότερα, ο Μπένετ είχε αρχίσει να βαριέται αφόρητα. Ενώ οι δύο πρώτες ώρες είχαν περάσει σχετικά παραγωγικά από άποψη μελέτης, ο μόνος άνθρωπος που είχε μπει στο καφέ ήταν ένας φορτηγατζής που παρήγγειλε καφέ, χρησιμοποίησε βιαστικά την τουαλέτα και εφυγε βιαστικά από το πάρκινγκ. Το παλιό φθορίζον φως ακριβώς πάνω από το ταμείο αναβοσβήνει κάθε λίγα λεπτά, φέρνοντας τον Μπένετ στο χείλος της ημικρανίας. Ο Τζο όλο υποσχόταν να αλλάξει όλα τα φώτα, αλλά καθώς η υπόσχεση επαναλαμβανόταν κάθε λίγες εβδομάδες εδώ και έξι μήνες, ο Μπένετ αμφέβαλλε πως θα γινόταν ποτέ. Επιπλέον, ενώ προσπαθούσε να αφήσει το κινητό του στην άκρη, η μοναξιά του καφέ και η βαρεμάρα είχαν κατεβάσει την μπαταρία στο 3%, οπότε ο Μπένετ θα έπρεπε να αντέξει τις επόμενες πέντε ώρες χωρίς ίντερνετ.
Ο Μπένετ ακούμπησε στον πάγκο, νιώθοντας ένα πόνο στη μέση του. Στη πραγματικότητα, αυτή ήταν μια αρκετά καλή δουλειά για φοιτητή. Καμία πραγματική πίεση, αφού ακόμη και τα Σαββατοκύριακα η δουλειά κυλούσε ομαλά, χωρίς ποτέ να τον κατακλύζει. Και παρόλο που ο Τζο ήταν κάπως αυστηρός, τον πλήρωνε πάντα στην ώρα του και άφηνε το πρόγραμμα εργασίας πολύ ευέλικτο, ώστε να προσαρμόζεται στα μαθήματά του. Αλλά σε τέτοιες νύχτες, η ανία πίεζε το κεφάλι του όπως ακριβώς και τα φθορίζοντα φώτα από πάνω του. Δεν ήταν ότι ήταν ο πιο δραστήριος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά το να στέκεται ακίνητος πάντα τον έκανε να αισθάνεται ανήσυχος και του προκαλούσε πόνο στη μέση. Ήταν η ακινησία. Η ησυχία. Το ανεπαίσθητο συναίσθημα ότι ο χώρος που κατείχε ήταν ατελείωτος, αλλά ταυτόχρονα στριμωχτικός.
Με έναν μικρό αναστεναγμό, ο Μπένετ πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του και έβγαλε από το σακίδιό του ένα πακέτο τσιγάρα. Το ήξερε, το ήξερε πολύ καλά πού οδηγούσε το κάπνισμα. Αμέτρητες διαλέξεις από τους καθηγητές του και μια σειρά τρομακτικών ιστοριών από τον πατέρα του για διάφορους ασθενείς στο νοσοκομείο περνούσαν από το μυαλό του κάθε φορά που κρατούσε τσιγάρο στο χέρι του. Είχε ορκιστεί ξανά και ξανά να το κόψει, και το είχε επιχειρήσει μερικές φορές. Αλλά κάθε φορά που συνέβαινε κάτι αγχωτικό—εξετάσεις ή ο τελευταίος καβγάς με τον πατέρα του—γύριζε πάλι σε αυτό. Η Αλένα του είχε πει πως, μόλις τελείωνε η εξεταστική, θα τον βοηθούσε να το κόψει μια και καλή. «Φίλε, ρώτα και τον Πάρκερ αν δεν με πιστεύεις. Κάπνιζε από τα δεκατρία και τώρα, δεν έχει καπνίσει πάνω από έναν χρόνο. Η μέθοδός μου είναι αλάνθαστη κι εγώ ιδιοφυΐα», καυχήθηκε προχθές στο αμφιθέατρο, κάνοντάς τον να γελάσει και να της πετάξει το στυλό του. Χαμογέλασε με τη σκέψη εκείνης της μέρας, έβαλε το μπουφάν πάνω από τα ρούχα της δουλειάς και προχώρησε προς την εξώπορτα.
Ο νυχτερινός αέρας ήταν κρυος καθώς χτύπησε το πρόσωπό του, αλλά έκανε τον πονοκέφαλο του να ηρεμήσει λίγο. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με ένα κουδούνισμα και έναν απαλό γδούπο. Ο Μπένετ άναψε το τσιγάρο και πήρε την πρώτη ρουφηξιά αργά. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και κοίταξε γύρω του. Το πάρκινγκ ήταν εντελώς άδειο, εκτός από τη μοναχική φιγούρα του αυτοκινήτου του. Το φεγγάρι ξεπρόβαλε πού και πού μέσα από τα σύννεφα, μισοφέγγαρο και κάπως αχνό. Τα κίτρινα φώτα του πάρκινγκ έδιναν στον χώρο μια κάπως ζεστή και φιλόξενη ατμόσφαιρα, και μια ελαφριά ομίχλη θόλωνε τα φώτα του αυτοκινητόδρομου. Εκείνη τη στιγμή, ο Μπένετ ένιωσε γαλήνιος και ήρεμος, ένα σπάνιο συναίσθημα γι’ αυτόν. Αγαπούσε την παρέα των φίλων του και, παρόλο που η σχέση του με τον πατέρα του ήταν λίγο τεταμένη, του άρεσε να μένει μαζί του. Αλλά προτιμούσε αυτές τις ήσυχες, στοχαστικές στιγμές περισσότερο από καθετί. Τα μάτια του παρασύρθηκαν προς τον αυτοκινητόδρομο, κοιτάζοντας τα μακρινά φώτα, νιώθοντας σαν να βρισκόταν σε ένα απαλό όνειρο.
Και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν όλα τα φώτα τόσο μακρινά.
Στην άκρη του πάρκινγκ, εκεί όπου ένα από τα φώτα είχε καεί πριν από μερικές εβδομάδες, θα έπαιρνε όρκο ότι μπορούσε να διακρίνει μια αχνή, κόκκινη λάμψη. Ερχόταν και έφευγε τόσο γρήγορα όσο ένα βλεφάρισμα, μα ήταν σίγουρος ότι την είδε. Στένεψε τα μάτια του, προσπαθώντας να δει πέρα από τα κίτρινα φώτα και την ομίχλη. Ίσως να ήταν το πίσω φως από ένα μηχανάκι ή αυτοκίνητο. Αλλά ήταν υπερβολικά μικρό για κάτι τέτοιο.
Να το πάλι. Και μόλις το είδε, κατάλαβε τι ήταν. Ήταν η λάμψη από ένα αναμμένο τσιγάρο, καθρεφτίζοντας το δικό του.
Ένα απαλό ρίγος τρύπωσε στη ραχοκοκαλιά του. Αν υπήρχε αναμμένο τσιγάρο, θα υπάρχει και κάποιος που το κάπνιζε, αλλά δεν μπορούσε να δει κανέναν μέσα στο σκοτάδι που τύλιγε την άκρη του πάρκινγκ. Του ήρθε ξαφνικά και μια άλλη σκέψη: δεν υπήρχε κανένα όχημα πουθενά, εκτός από το δικό του.
«Ε, ίσως ήρθαν με τα πόδια» προσπάθησε να εκλογικέψει το αίσθημα δυσφορίας και ανησυχίας που άρχισε να φουσκώνει στο στήθος του. Σχεδόν αμέσως απέρριψε αυτή τη σκέψη. Οι μόνες πόλεις εδώ γύρω ήταν το Τρούντιντ και το Μπέκτον, και παρότι η απόσταση μεταξύ τους δεν ήταν τεράστια, ήταν αρκετή για να αποθαρρύνει οποιονδήποτε από το να περπατήσει. Και στο κάτω-κάτω, ποιος θα έκανε καν τον κόπο να περπατήσει μέχρι μια άθλια καφετέρια στην άκρη του δρόμου, στις 2:30 το πρωί; Σίγουρα θα μπορούσαν να βρουν καφέ σε κάποιο από τα 24ωρα μαγαζιά στις πόλεις.
Ο Μπένετ έσβησε γρήγορα το τσιγάρο του και τράβηξε το μπουφάν πιο κοντά στο σώμα του. Ξαφνικά, τα κίτρινα φώτα του πάρκινγκ έμοιαζαν λιγότερο φιλόξενα, η απαλότητα της ομίχλης που πριν έδινε στο μέρος μια σχεδόν ονειρική ατμόσφαιρα, τώρα έμοιαζε σαν μια δυσοίωνη κουρτίνα που κρύβει κατι από την όρασή του. Κάθε αίσθηση γαλήνης είχε εξαφανιστεί, αντικαθισμένη από μια ολοένα αυξανόμενη ενόχληση που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Θα μπορούσε, βέβαια, να είναι απλώς κάποιος που έκανε ωτοστόπ ή ένας άστεγος, ή ακόμη και κάποιος έφηβος. Δεν υπήρχε κανένας πραγματικός λόγος συναγερμού, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει το σφίξιμο της ανησυχίας που τον κυρίευε. Γύρισε γρήγορα την πλάτη του και μπήκε ξανά μέσα. Τα φθορίζοντα φώτα αναβόσβησαν μερικές φορές καθώς περνούσε προς τον πάγκο. Στάθηκε δίπλα στο ταμείο, νιώθοντας λίγο άβολα. Ύστερα από μερικά λεπτά, αποφάσισε να φτιάξει έναν καφέ. Ίσως το ότι ήταν κουρασμένος τον έκανε να είναι τόσο νευρικός. Καθώς ετοίμαζε τον καφέ, δεν σταματούσε να ρίχνει ματιές προς την πόρτα, αλλά κανείς δεν μπήκε. Ήπιε μια γουλιά και στραβομουτσούνιασε καθώς ο καυτός καφές του έκαψε το στόμα.
«Όλα είναι καλά» είπε δυνατά. Αμέσως ένιωσε ανόητος και λίγο θυμωμένος με τον εαυτό του. Φυσικά όλα είναι καλά. Υπερβολικά ανήσυχος ήταν.
Έπαιξε νευρικά με το καπάκι του ποτηριού και κοίταξε την τηλεόραση στην άλλη πλευρά της αίθουσας. Κάποτε ήταν από τις βασικές πηγές ψυχαγωγίας στο καφέ, αφού οι οδηγοί φορτηγών την έβλεπαν στα διαλείμματα τους. Μέχρι που ο Τόμας, ένας τύπος που δούλευε παλιά εδώ, πάτησε λάθος κουμπί στο τηλεκοντρόλ. Τώρα έδειχνε μόνο χιόνια. Χρειάστηκαν μερικές μέρες και άπειρο πάτημα κουμπιών μέχρι ο Τζο να πειστεί ότι η τηλεόραση δεν θα φτιαχνόταν μαγικά από μόνη της, και υποσχέθηκε να φέρει τον αδερφό του να τη δει. Αυτό ήταν πριν από περίπου έναν μήνα, και μάλλον θα περνούσαν άλλοι τέσσερις πριν εμφανιστεί κανείς. Αυτή τη στιγμή, ευχόταν να μπορούσε να την ανοίξει, ή έστω να έβαζε λίγη μουσική από το κινητό του. Η σιωπή είχε γίνει εκνευριστική πια.
Ένας απαλός γδούπος από το πάρκινγκ τον έκανε να τιναχτεί και να στρέψει το κεφάλι του προς την πόρτα. Ενώ βυθιζόταν στη δική του δυσφορία, ένα αυτοκίνητο είχε μπει στο πάρκινγκ και μια γυναίκα περίπου στην ηλικία του κατευθυνόταν προς την είσοδο. Δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει πως το βάδισμά της ήταν άκαμπτο και νευρικό. Άνοιξε την πόρτα και την έκλεισε γρήγορα πίσω της.
«Καλησπέρα, και καλώς ήρθατε στο Joe’s 24h Stopover. Τι να σας βάλω;» ξεστόμισε ο Μπένετ αυτόματα, προσπαθώντας να κρύψει από τη φωνή του την ανακούφιση που ένιωθε. «Γεια, θα ήθελα έναν καφέ, με ζάχαρη και κρέμα. Κ-και, μήπως υπάρχει κάποια τουαλέτα που μπορώ να χρησιμοποιήσω;» απάντησε γρήγορα το κορίτσι. Έδειχνε πραγματικά φοβισμένη, με τα χέρια σφιγμένα στην κοιλιά της, ολόκληρο το σώμα της σκυφτό και σχεδόν κουλουριασμένο. Δεν σταματούσε να ρίχνει νευρικές ματιές προς την πόρτα.
«Ναι, βεβαίως. Εκεί, δεύτερη πόρτα αριστερά», της έδειξε με το χέρι του καθώς άρχισε να ετοιμάζει τον καφέ. Εκείνη του χάρισε ένα αγχωμένο χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Προσπάθησε να απασχοληθεί με τη συνηθισμένη διαδικασία, αλλά δεν μπόρεσε να αποτρέψει τις ματιές που ξέφευγαν διαρκώς προς την πόρτα. Η παρουσία της κοπέλας βοήθησε να καταλαγιάσει το τρέμουλό του, αλλά ένα λεπτό στρώμα τρόμου παρέμενε.
Όταν η γυναίκα επέστρεψε, ο καφές ήταν ήδη έτοιμος. Πλήρωσε μετρητά και άφησε καλό φιλοδώρημα. Κι έπειτα ψιθύρισε: «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη;»
«Εε, ναι, φυσικά. Τι χρειάζεσαι;»
«Μπορείς… μήπως… να με συνοδεύσεις μέχρι το αυτοκίνητό μου;» ξεφούρνισε απότομα. Πριν προλάβει ο Μπένετ να απαντήσει, πρόσθεσε γρήγορα: «Δεν θα το ζητούσα κανονικά, αλλά… νομίζω πως κάποιος κρύβεται στο πάρκινγκ. Τον είδα να στέκεται δίπλα σε μια κολόνα όταν πάρκαρα και απλώς… με κοιτούσε.» Ανατρίχιασε και έσφιξε το ζεστό ποτήρι καφέ.
«Κανένα πρόβλημα, το καταλαβαίνω. Θα χαρώ να σε συνοδεύσω» της είπε ο Μπένετ με ένα συμπονετικό νεύμα. Προσπάθησε να κρύψει τη δική του ανησυχία και διαπίστωσε πως, παρηγορώντας εκείνη, ένιωθε κι ο ίδιος λίγο πιο θαρραλέος και ήρεμος. Τη συνόδευσε μέχρι το αυτοκίνητό της, ένα μικρό μαύρο Fiat Panda, ρίχνοντας ταυτόχρονα διαρκείς ματιές στο άδειο πάρκινγκ, και στάθηκε εκεί μέχρι που έφυγε. Εκείνη του χαμογέλασε και του έκανε ένα νεύμα καθώς απομακρυνόταν. Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, ο Μπένετ θα ένιωθε κολακευμένος – ίσως και να παρατηρούσε ότι ήταν ένα χαριτωμένο κορίτσι. Μα όσο τα πίσω φώτα του αυτοκινήτου της ξεθώριασαν και χάθηκαν μέσα στην ομίχλη, η μόνη του σκέψη ήταν πως θα ήθελε να υπήρχε κάποιος να τον συνοδέψει πίσω στο μαγαζί. Κοίταξε γύρω του στο πάρκινγκ. Η ομίχλη είχε πυκνώσει και σχεδόν χόρευε πάνω στην άσφαλτο. Ένιωθε την υγρασία να διαπερνά σιγά σιγά το φούτερ του. Έριξε μια διστακτική ματιά προς τη χαλασμένη κολόνα.
Και αυτή τη φορά είδε κάποιον.
Υπήρχε ένας άντρας που στεκόταν στο κέντρο του πάρκινγκ. Ήταν ψηλός και μεγαλόσωμος, με εκείνη τη στιβαρότητα που έχουν οι παλαίμαχοι παλαιστές. Ο Μπένετ δεν ήταν σίγουρος, αλλά κάτι στη στάση του τον έκανε να πιστεύει ότι ο άντρας ήταν μεσηλικας.
Αυτό που τον ανησύχησε περισσότερο ήταν πως σίγουρα πριν από λίγο δεν ήταν εκεί.
«Εε… γεια;» Η λέξη ξέφυγε από το στόμα του πριν καν το σκεφτεί, πολύ πιο χαμηλή και τρεμάμενη απ’ όσο θα ήθελε. Έβρισε μέσα του.
Ο άντρας παρέμεινε σιωπηλός και ακίνητος. Φορούσε ένα καπέλο του μπέιζμπολ που σκίαζε το πρόσωπό του, αλλά ο Μπένετ είχε την ανατριχιαστική αίσθηση ότι χαμογελούσε. Ή… όχι ακριβώς χαμογελούσε. Μάλλον έδειχνε τα δόντια του.
Ο Μπένετ άρχισε να απομακρύνεται αργά προς τα πίσω, με τα μάτια του καρφωμένα πάνω στον άντρα. Μια μικρή φωνή μέσα στο κεφάλι του τού έλεγε πως πιθανότατα έμοιαζε παράφρονας, αλλά είχε πειστεί — το ένιωθε στα κόκκαλα του — πως αν τον έχανε από την οπτική του, ο άντρας θα εξαφανιζόταν.
Συνέχισε να περπατάει προς τα πίσω για αυτό που έμοιαζε με αιωνιότητα. Ο χρόνος και ο χώρος έμοιαζαν να τεντώνονται με αδιανόητους τρόπους. Η ίδια λεπτή φωνή ψιθύρισε: ‘Κι αν μείνεις έτσι για πάντα; Κι αν κολλήσεις σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο, να περπατάς προς τα πίσω χωρίς προορισμό ή τέλος;’. Ο άντρας παρέμενε στη θέση του, ακίνητος.
‘Κι αν δε σε βρει ποτέ κανείς;’
Ο ώμος του χτύπησε απότομα στο σκληρό ξύλο της πόρτας και άφησε έναν πνιχτό ήχο πόνου και φόβου. Προσπάθησε να πιάσει το πόμολο κι από τον πανικό του έχασε για μια στιγμή τον άντρα από τα μάτια του. Έσπρωξε την πόρτα όσο πιο γρήγορα μπορούσε και την έκλεισε σχεδόν βίαια. Άφησε έναν μεγάλο αναστεναγμό κάτω από τα τρεμοπαίζοντα φθορίζοντα φώτα του μαγαζιού. Σήκωσε το βλέμμα του.
Ο άντρας είχε εξαφανιστεί.
Η ανάσα του κόπηκε και οι τρίχες στα χέρια του σηκώθηκαν. Δεν του πήρε πάνω από ένα δευτερόλεπτο να ανοίξει και να κλείσει την πόρτα. Πώς μπόρεσε εκείνος ο άντρας να εξαφανιστεί έτσι; Πού πήγε; Έψαξε το πάρκινγκ με τα μάτια, απεγνωσμένα, αλλά δεν βρήκε ίχνος του.
Περπάτησε γρήγορα προς το ταμείο και άρπαξε τα κλειδιά της πόρτας από το συρτάρι με τρεμάμενα χέρια. Στο διάολο και ο Τζο — θα κλείδωνε την καταραμένη πόρτα. Κανείς δεν πρόκειται να εμφανιστεί τέτοια ώρα, κι αν εμφανιζόταν, ο Μπένετ θα τον άφηνε ευχαρίστως να μπει, αρκεί να μην ήταν ο τρελάρας από το πάρκινγκ. Κλείδωσε την πόρτα και κοίταξε ξανά έξω.
Τίποτα.
Έβγαλε το κινητό του από το σακίδιό του, μετανιώνοντας τώρα περισσότερο από ποτέ που είχε ξεχάσει τον φορτιστή. Έστειλε μήνυμα στον Πάρκερ, ελπίζοντας ότι θα απαντούσε στις 03:00 το πρωί.
« είσαι ξύπνιος; »
Η απάντηση ήρθε αμέσως: « προφανώς. Αυτή η εργασία μου έχει βγάλει την πίστη και λήγει τη Δευτέρα. Τι λεει; »
« φιλε σοβαρα εχω τρομαξει. ειναι ενας τρελος τυπος που τριγυρναει στο παρκινγκ εδώ στη δουλεια »
« λολ τι είδους τρελός; είναι τουλάχιστον καλο γκομενακι; »
« κοφτο ρε. αυτος ο τυπος βγαζει vibes κατα συρροη δολοφονου. »
Την ίδια στιγμή άκουσε έναν τρίξιμο. Σήκωσε το κεφάλι του και ένιωσε την καρδιά του να σταματά.
Ο άντρας στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Το χέρι του ήταν πιεσμένο πάνω στο τζάμι τόσο δυνατά που η σημαδεμένη και βρώμικη παλάμη του είχε ασπρίσει. Από εκεί όπου βρισκόταν, ο Μπένετ μπορούσε να δει πως φορούσε φούτερ και στρατιωτικό παντελόνι. Το καπέλο του ήταν στραβοφορεμένο. Το πρόσωπό του έμοιαζε… κακοφορεμένο. Σαν να μην ανήκε στο κρανίο του. Ήταν αποχρωματισμένο και ξηρό, και παραμορφωμένο σε μια επώδυνη γκριμάτσα που αποκάλυπτε τα περισσότερα δόντια του. Σχεδόν σαν να χαμογελούσε. Μόνο που αυτό δεν έφτανε ποτέ στα μάτια του.
Ο Μπένετ ένιωσε το κινητό να δονείται στο χέρι του, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει. Ο άντρας έγειρε το κεφάλι του προς τα δεξιά, σαν σκύλος που προσπαθεί να ακούσει καλύτερα. Σαν αρπακτικό που αξιολογεί το θήραμά του.
Ο ήχος της εισερχόμενης κλήσης τον πέταξε έξω από το σοκ του. Κοίταξε κάτω και είδε ότι ο Πάρκερ τον καλούσε. Το σήκωσε γρήγορα, ενώ ταυτόχρονα σήκωσε το βλέμμα του. Όπως ακριβώς φοβόταν — ο άντρας είχε εξαφανιστεί ξανά.
«Έι, είσαι καλά; Δεν απαντάς στα μηνύματά μου» είπε η φωνή του Πάρκερ. Ακουγόταν χαλαρος, αλλά ο Μπένετ μπορούσε να νιώσει μια υποψία νευρικότητας.
«Δεν… δεν ξέρω. Κάτι πάει πολύ στραβά. Ο άντρας… υπάρχει κάτι που δεν πάει καθόλου καλά. Άκου, μπορείς να έρθεις; Ξέρω ότι έχεις την εργασία και έπρεπε να ξεπακετάρεις σήμερα, αλλά εγώ…» σταμάτησε πριν πει ότι φοβόταν. Ακόμα κι ενώ ο φόβος τον τύλιγε σαν πνιγηρή πάχνη, ντρεπόταν να το παραδεχτεί. «Θ— θα σε κεράσω; Καφέ και σνακ; Θα πληρώσω εγώ για τα—»
Την ίδια στιγμή, όλα τα φώτα στο μαγαζί έσβησαν.
Ο Μπένετ άφησε μια κραυγή και παραλίγο να του πέσει το κινητό.
«Τι?! Μπεν; Τι έγινε;»
«Τ-τα φώτα, έσβησαν όλα! Πάρκερ, νομίζω ότι είναι—»
Άκουσε την κλήση να διακόπτεται. Κοίταξε το κινητό του. Η μπαταρία είχε τελειώσει.
Ο φόβος του είχε πλέον μετατραπεί σε πανικό. Τα μάτια του, ακόμα μη συνηθισμένα στο σκοτάδι, κινούνταν νευρικά αριστερά και δεξιά. Ένιωθε τις παλάμες του να ιδρώνουν και την αναπνοή του να γίνεται όλο και πιο γρήγορη.
«Εντάξει. Εντάξει. Ηρέμησε. Μπορεί να είναι σύμπτωση. Και η πόρτα είναι κλειδωμένη. Δεν μπορεί να μπει μέσα» προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό του. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να πάει στην αποθήκη και να καλέσει τον Τζο από το σταθερό. Θα του έλεγε τι να κάνει — στην τελική, πιθανότατα θα ερχόταν ο ίδιος. Άνοιξε προσεκτικά το συρτάρι και έψαξε για τον παλιό, μισοσπασμένο φακό που κρατούσαν εκεί για κάθε ενδεχόμενο.
«Έλα, έλα, σε παρακαλώ να έχεις μπαταρίες, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ…» ψιθύρισε. Πάτησε το κουμπί και, σαν από θαύμα, μια δέσμη λευκού φωτός έκοψε το σκοτάδι σαν ξίφος. Αρχισε να κατευθύνεται προς την αποθήκη όταν—
Μπαμ.
Γύρισε αργά.
Μπαμ.
Έστρεψε τον φακό προς την πόρτα με τρεμάμενα χέρια, η δέσμη του φωτός σχεδόν χόρευε.
Μπαμ.
Ο άντρας είχε επιστρέψει στην πόρτα, το πρόσωπό του ένα αμετάβλητο προσωπείο βασανιστικής χαράς. Η γροθιά του ήταν σηκωμένη και έτοιμη να πέσει ξανά πάνω στο τζάμι. Με τρόμο ο Μπένετ είδε ρωγμές να σχηματίζονται. Πώς; σκέφτηκε.
ΜΠΑΜ.
Οι ρωγμές μεγάλωσαν. Ο Μπένετ έτρεξε προς το πίσω δωμάτιο, ο πανικός τον τύφλωνε τόσο που χτυπούσε πάνω σε πάγκους και έπιπλα. Μπήκε στην αποθήκη, έσπρωξε την πόρτα και την κλείδωσε. Μετά έσπρωξε και τράβηξε μια βαριά μεταλλική ραφιέρα που χρησιμοποιούσαν για αποθήκευση μπροστά από την πόρτα—
ΚΡΑΚ
Ο Μπένετ άκουσε έναν μικρό, τρεμάμενο ήχο και του πήρε ένα δευτερόλεπτο να συνειδητοποιήσει ότι έβγαινε από το ιδιο του το λαιμο. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα, παράλυτος, νιώθοντας κρύο ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη του. Άκουσε γυαλί να σπάει παραπέρα, και μετά σιωπή.
Κατάφερε να ξεκολλήσει από εκείνο το σημείο και έτρεξε προς το τηλέφωνο. Πήρε το ακουστικό, έτοιμος να παρακάμψει τον Πάρκερ, τον Τζο ή ακόμα και τον πατέρα του και να καλέσει απευθείας την αστυνομία. Άρχισε να πατάει τους αριθμούς, όταν η συνειδητοποίηση τον χτύπησε σαν σφυρί. Το ρεύμα ήταν κομμένο. Η γραμμή δεν λειτουργούσε. Δεν μπορούσε να καλέσει για βοήθεια.
Άκουσε αργά και βαριά βήματα να πλησιάζουν την πόρτα και να σταματούν μπροστά της. Ο Μπένετ περίμενε με κομμένη την ανάσα, ακίνητος. Και τότε άκουσε Τη Φωνή.
«ΧΑΙΡΕΤΑΙ»
Ήταν λες και ο άνεμος που μια νυχτερινή καταιγίδα σέρνεται μέσα από μια παλιά σοφίτα να αποκτούσε ξαφνικά φωνή. Ήχος βραχνός, λεπτός και τριζάτος. Σαν να είχε χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά. Σαν να είχε χρησιμοποιηθεί πριν από τον πρώτο τάφο και την πρώτη ιστορία.
Ο Μπένετ ένιωσε τα πόδια του να μουδιάζουν και σκέφτηκε ότι θα σωριαζόταν κάτω εκείνη τη στιγμή.
«ΑΝΟΙΞΕ. ΕΛΑ. ΕΛΑ. ΜΑΖΙ. ΜΟΥ.»
Ο Μπένετ ένιωσε κάτι υγρό στο πρόσωπό του. Συνειδητοποίησε ότι έκλαιγε.
«ΕΛΑ. ΘΑ. ΣΕ. ΔΙΕΚΔΙΚΉΣΩ. ΘΑ. ΣΕ. ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΣΩ. ΘΑ. ΣΕ. ΦΟΡΕΣΩ.»
Ο φακός του ήταν ακόμη στραμμένος στην πόρτα, αν και ήταν δύσκολο να δει μέσα από τα δάκρυά του. Το πόμολο γύριζε. Ήξερε, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι ούτε η αδύναμη κλειδαριά ούτε το ράφι που είχε σπρώξει μπροστά της θα κρατούσαν τον άντρα—όχι. Το Ον—για πολύ.
«Σε παρακαλώ… π-π-παρακαλώ… άσε’ με ήσυχο…» κατάφερε να ψελλίσει, η φωνή του αδύναμη, τρεμάμενη και πνιγμένη στον φόβο.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά και αποπνικτική.
«ΕΛΑ. ΘΝΗΤΕ. ΓΙΝΕ. ΣΚΕΥΟΣ. ΜΟΥ. ΕΝΑ. ΕΝΔΥΜΑ. ΑΡΜΟΣΤΟ. ΓΙΑ. ΘΕΟ.»
«Άι στο διάολο!» ούρλιαξε ο Μπένετ. «Άσε’ με ήσυχο, διεστραμμένε!»
Σιωπή. Έπειτα—
ΜΠΑΜ.
«ΕΛΑ.»
ΜΠΑΜ.
«ΕΛΑ.»
Ο Μπένετ ούρλιαξε τρομοκρατημένος, ψάχνοντας απεγνωσμένα γύρω του. Άρπαξε έναν πυροσβεστήρα, το μόνο πράγμα που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως όπλο. Τότε είδε το παράθυρο στην άλλη πλευρά του δωματίου. Ήξερε πως ήταν κλειδωμένο, αλλά ίσως, αν ανέβαινε στο ράφι και χρησιμοποιούσε τον πυροσβεστήρα, να κατάφερνε να βγει.
ΜΠΑΜ.
«ΕΛΑ!»
Άκουγε το ξύλο της πόρτας να διαλύεται. Σκαρφάλωσε πάνω στη μεταλλική ραφιέρα, ελπίζοντας να μην ανατραπεί από το βάρος του. Ύψωσε τον πυροσβεστήρα πάνω από το κεφάλι του—
ΜΠΑΜ.
«ΕΛΑ!»
Περίμενε το επόμενο χτύπημα, προσπαθώντας να το συγχρονίσει. Ίσως αν το Ον δεν άκουγε το γυαλί να σπάει, να προλάβαινε να φτάσει στο αυτοκίνητό του—
ΜΠΑΜ.
«ΕΛΑ! ΤΩΩΩΡΑ! ΣΚΕΥΟΟΟΟΟΟΣ!»
Με μια απελπισμένη κίνηση, ο Μπένετ χτύπησε το παράθυρο με τον πυροσβεστήρα. Έσπασε με έναν δυνατό θόρυβο, που ευτυχώς καλύπτονταν από το βασανιστικο σπάσιμο της πόρτας και τη φωνή που γινόταν ολοένα πιο δυνατή έξω από την πόρτα. Το γυαλί έκοψε τα χέρια του Μπένετ καθώς σκαρφάλωνε μέσα από το παράθυρο, και ένιωσε μια αιχμηρή τσούξιμο στο στήθος, αλλά δεν τόλμησε να σταματήσει, δεν τόλμησε να επιβραδύνει—
Η πόρτα υποχώρησε με ένα τρομακτικό βογκητό, η ραφιέρα εκσφενδονίστηκε στο πλάι σαν παιχνίδι. Ο Μπένετ γύρισε το κεφάλι του προς την πόρτα καθώς το σώμα του έπεφτε, αδέξια και σπασμωδικά, έξω από το παράθυρο.
Ευχόταν να μην είχε κοιτάξει.
Το Ον στεκόταν στο κατώφλι, το σώμα του χαλαρό και η στάση του σκυφτή, σαν να μην είχε μόλις καταστρεψει μια πόρτα. Το δωμάτιο γέμισε με τη μυρωδιά του σιδήρου και του πεύκου. Τα μάτια του Μπένετ είχαν πλέον συνηθίσει εντελώς το σκοτάδι, και μπορούσε καθαρά να δει τα χέρια του Οντος. Έμοιαζαν διαλυμενα, το δέρμα ξεφλουδισμένο και να στάζει… κάτι χρυσό. Όχι αίμα. Ρητίνη, τον πληροφόρησε το μυαλό του, ψυχρά και αδιάφορα. Ρητίνη πεύκου. Και αντί για μύες ή τένοντες μπορούσε να δει ξύλο. Παλιό και στριφογυριστό ξύλο. Και τα μάτια του έλαμπαν. Σαν πυγολαμπίδες, όμορφα και τρομερά.
Το σώμα του Μπένετ έπεσε άκομψα στο έδαφος, και ένιωσε τον αέρα να βγαίνει από τους πνεύμονες του απότομα. Έσπρωξε το σώμα του να κινηθεί, να τρέξει. Το φούτερ του ήταν βρεγμένη από ιδρώτα και το ιδιο του το αίμα. Άκουγε τη Φωνή από το πίσω δωμάτιο, να βρυχάται και να σπάζει τα πάντα. Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή που σχεδόν έπεσε πάνω στο αυτοκίνητό του πριν προλάβει να το δει, και με τρεμάμενα, αιμορραγούντα χέρια, ξεκλείδωσε την πόρτα. Βρίζοντας και κλαίγοντας, έβαλε τα κλειδιά στην ανάφλεξη και τα γύρισε.
Το αυτοκίνητο σχεδόν τραύλισε, τα φώτα του έλουσαν το πάρκινγκ. Ο περίεργος ήχος από τη μηχανή ξαναήρθε. Και το αυτοκίνητο έσβησε.
Ο Μπένετ κοίταξε το τιμόνι με δυσπιστία. Γύρισε ξανά τα κλειδιά. Τίποτα. Προσπάθησε ξανά. Τίποτα.
Ένιωσε μια κραυγή να σκαρφαλώνει από το στήθος του, αλλά πριν προλάβει να τη βγάλει από εκεί, άκουσε Το Ον.
«ΘΝΗΤΕ. ΕΛΑ.»
Στο καθρέφτη του αυτοκινήτου είδε το Ον να στέκεται πίσω από το αυτοκίνητό του. Το σώμα του τον πρόδωσε επιτέλους, και έμεινε εντελώς παράλυτος και μουδιασμένος. Δεν είχε ούτε τη δύναμη να κλείσει τα μάτια του. Απλώς παρακολουθούσε, καθώς ένιωθε το μυαλό του να σπάει και τη λογική του να τον εγκαταλείπει, ενώ το Ον προχωρούσε με αργά, τρεμάμενα βήματα προς την πλευρά του οδηγού.
«ΣΤΗΝ. ΑΡΧΗ. ΘΑ. ΠΟΝΕΣΕΙ.»
Σήκωσε το παραμορφωμένο του χέρι, κρατώντας το τεντωμένο σαν να προσκαλεί.
«ΕΩΣ. ΟΤΟΥ. ΝΑ. ΜΗ. ΠΟΝΕΣΕΙ. ΤΙΠΟΤΑ. ΞΑΝΑ»
Απομακρυσμένα, νόμιζε πως άκουσε τον ήχο κινητήρα. Όχι, πολλών κινητήρων. Μέσα από την πυκνή ομίχλη, ο Μπένετ είδε τα φώτα τεσσάρων ή πέντε αυτοκινήτων να πλησιάζουν γρήγορα από το δρόμο. Τρία από αυτά ήταν περιπολικά, κρίνοντας από τα μπλε και κόκκινα φώτα. Είδε το Ον να σταματά, απότομα και μηχανικά. Για πρώτη φορά η έκφραση του προσώπου του άλλαξε, από το καρικατούρα-χαμόγελο σε ένα βλέμμα δυσαρέσκειας, σαν να σκεφτόταν αν η ταλαιπωρία άξιζε το βραβείο. Η μυρωδιά του σιδήρου και της ρητίνης εντάθηκε στιγμιαία, και τα μάτια σαν πυγολαμπίδες έλαμψαν ακόμα πιο έντονα.
«ΑΣ. ΕΙΝΑΙ. ΘΑ. ΥΠΑΡΞΟΥΝ. ΑΛΛΑ. ΣΚΕΥΗ. ΠΡΟΣΕΧΕ. ΘΝΗΤΕ. Η ΤΥΧΗ. ΣΟΥ. ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ. ΣΗΜΕΡΑ. ΜΑ. ΔΕΝ. ΘΑ. ΕΙΝΑΙ. ΤΟΣΟ. ΕΥΝΟΪΚΗ. ΤΗΝ. ΕΠΟΜΕΝΗ.ΦΟΡΑ.»
Ο Μπένετ ανοιγόκλεισε τα μάτια του, αργά, νιώθοντας τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό του. Το Ον είχε ήδη εξαφανιστεί, παίρνοντας τη μυρωδιά μαζί του. Καθώς τα τρία περιπολικά, καθώς και τα αυτοκίνητα του Πάρκερ και του πατέρα του έμπαιναν στο πάρκινγκ, σκαρφάλωσε έξω από το αυτοκίνητο. Ο πατέρας του έτρεξε προς το μέρος του, κλαίγοντας και φωνάζοντας το όνομά του, κι ο Μπένετ άφησε τη κραυγή που είχε συσσωρεύσει μέσα του και έπεσε στα γόνατα.
Στο τέλος, δεν υπήρχε και πολλά που μπορούσε να τους πει η αστυνομία. Ο Μπένετ τους είχε διηγηθεί τα πάντα για εκείνη τη νύχτα. Εντάξει, τους είπε ότι ένας άντρας περιφερόταν στο πάρκινγκ, ότι διέλυσε την μπροστινή πόρτα και μετά την πόρτα του πίσω δωματίου, τον κυνήγησε μέχρι το αυτοκίνητό του και τον απείλησε ότι «θα τον σκοτώσει ή κάτι τέτοιο». Ήξερε πως κανείς που δεν ήταν εκεί δεν θα πίστευε ποτέ τι είδε στ’ αλήθεια. Τι άκουσε. Τι ήξερε ότι ήταν εκείνο το Ον, πέρα από τη λογική ή τα ορια της πραγματικότητας.
Η αστυνομία συνέλεξε στοιχεία και κατέληξε ότι το DNA που βρέθηκε στη σκηνή του εγκλήματος ανήκε στον Μπένετ και σε έναν άντρα ονόματι Κάρλο Φιλιπεσκου. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι ο Κάρλο είχε δηλωθεί αγνοούμενος τη δεκαετία του ’50, μετά από μια μοναχική πεζοπορία, ακριβώς εκεί που τώρα βρισκόταν το μαγαζί. Ήταν ήδη μεσήλικας τότε, οπότε ακόμη και αν ήταν ζωντανός, δεν θα μπορούσε να ταιριάξει την περιγραφή που δόθηκε. «Θα ήταν κοντά στα 100 χρόνια», τους είπε η αστυνόμος στον Μπένετ και τον πατέρα του. Ο Μπένετ ρίγησε. Καθώς ο πατέρας του και η αστυνομικός συνέχιζαν να μιλούν, αυτός καθόταν ήσυχα, γνωρίζοντας ότι ο Κάρλο είχε, κάποτε, την ίδια συνάντηση όπως κι αυτός. Μόνο που, κανείς δεν ήρθε για εκείνον. «Ενδύμα κατάλληλο για θεό»…
Καθώς έφευγαν από το αστυνομικό τμήμα, συνάντησαν τη Μόνικα, η οποία, όπως έκανε κάθε φορά που τον έβλεπε τον τελευταίο μήνα, τον αγκάλιασε δυνατά. «Πώς τα πας;» ρώτησε, γεμάτη ανησυχία.
«Καλά, κάθε μέρα αισθάνομαι καλύτερα», είπε. Πλέον του ήταν πιο εύκολο να λέει ψέματα, και οι άνθρωποι είχαν αρχίσει επιτέλους να τον πιστεύουν. Ίσως επειδή έμαθε να πνίγει τις κραυγές του τη νύχτα. Ίσως επειδή ήθελε να το πιστεύει κι ο ίδιος. «Και εσύ;»
«Ω, ξέρεις, ακόμα ψάχνω για δουλειά. Μετά από, ε, ξέρεις, όλα όσα συνέβησαν, απλώς δεν ένιωθα άνετα να δουλέψω στο Joe’s.»
«Πώς το πήρε;»
«Πολύ καλά, αν σκεφτείς ότι έχασε δύο υπαλλήλους μέσα σε μια εβδομάδα. Ω, μη τολμήσεις καν να νιώσεις άσχημα», τον μάλωσε βλέποντας την έκφρασή του. «Κανείς δεν περίμενε να μείνεις εκεί. Ο Joe θα τα βρει μόνος του.»
Έφυγε από τη συζήτηση νιώθοντας άβολα. Ο Joe είχε πράγματι δεχτεί την παραίτησή του, επιπλέον, φρόντισε να τον «απολύσει» έτσι ώστε να μπορέσει να πάρει επιδόματα ανεργίας. Ήταν πραγματικά καλός άνθρωπος. Αλλά… δεν έκλεισε το μαγαζί. Απλώς είπε ότι θα φτιάξει τις ζημιές, θα βάλει καλό εξοπλισμό ασφαλείας και όλα θα είναι καλά.
Ο Κάρλο εξαφανίστηκε περίπου πριν από 50 χρόνια. Και εκείνο… το Ον ψάχνει για αντικατάσταση. Άφησε τον Μπένετ να φύγει, αλλά αυτό μπορεί απλώς να σημαίνει ότι σύντομα θα γίνει πιο τολμηρό. Πιο απελπισμένο. Αναρωτιόταν πώς θα τελείωνε όλο αυτό. Προς το παρόν, διατηρούσε χαμηλο προφίλ. Απέφευγε να φύγει από την πόλη ή να πάει σε απομονωμένο μέρος. Έβγαινε μόνο στα μαθήματά του ή στη δουλειά, σε ένα σούπερ μάρκετ, όπου αρνούνταν πεισματικά να αναλάβει νυχτερινή βάρδια.
Τρεις μήνες αργότερα, καθώς γύριζε από τη δουλειά του, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από μια πανικόβλητη Αλένα, η οποία του είπε να ανάψει την τηλεόραση μόλις φτάσει στο σπίτι. Μόλις μπήκε στο σπίτι, τον υποδέχτηκαν ο πατέρας του, ο Πάρκερ και μια έκτακτη είδηση στην τηλεόραση. Υπήρξε άλλη μια διάρρηξη στο «Joe’s 24h Stopover». Ο ύποπτος είχε καταφέρει με κάποιο τρόπο να αποφύγει τις κάμερες που είχε εγκαταστήσει ο ιδιοκτήτης. Και η υπάλληλος της βραδινής βάρδιας, η τριάντα εννέα ετών Σου Έλεν Χάλοουεϊ, δηλώθηκε αγνοούμενη.
Το Ον είχε αποκτήσει το νέο του σκεύος.
Ο Πάρκερ τον έπιασε στον ώμο, χλωμός και ανήσυχος. «Θα βρουν εκείνον τον μπάσταρδο κάποια στιγμή», είπε προσπαθώντας να τον καθησυχάσει ο πατέρας του. Ο Μπένετ κάθισε μπροστά στην τηλεόραση, νιώθοντας ναυτία, τρόμο. Και ανακούφιση. Το Ον είχε πάρει αυτό που ήθελε. Και αν ποτέ αποφασίσει να τον βρει? Ε λοιπόν, θα είχε τουλάχιστον 50 χρόνια να προετοιμαστεί.
