Chapter Text
Ξύπνησε ο Ηρακλής από τον πιο βαθύ ύπνο που είχε κοιμηθεί ποτέ. Πριν αποφοιτήσει από το Πολυτεχνείο κοιμόταν μόνο 5 ώρες σε σχέση με το «κανονικό» του που είναι γύρω στις 10 ώρες, το οποίο του χάλαγε πολύ τη διάθεση. Κοιτάζει το ρολόι στο κομοδίνο του, είναι ώρα να σηκωθεί γιατί έχει να προετοιμαστεί για ένα πάρτι. Κουλουριασμένος στα απαλά σκεπάσματα, πραγματικά ήθελε να μείνει εκεί για πάντα.
Με τα χίλια ζόρια κατάφερε να σηκωθεί από το κρεβάτι και πήγε να φτιάξει καφέ. Καθώς σηκωνόταν συνειδητοποίησε ότι ο Σάντικ του είχε στείλει ένα μήνυμα. Ξεκλείδωσε το κινητό του για να δει το μήνυμα το οποίο διαβάζει: «Έλα Ηρακλή ξυπνά!!!! ο πατέρας του Νικόλα νοίκιασε μία βίλα και θα κάνει πάρτι, θα είναι όλοι οι καλοί εκεί. Θες να έρθεις μαζί μου;»
Στο οποίο ο Ηρακλής απάντησε: «Το ξέρω για το πάρτι, μ το είπε πρώτα ο Νικόλας. Εντάξει άμα το θες τόσο πολύ, θα έρθω μαζί σου σ_σ»
Ο Σάντικ έστειλε ένα « :D ! » το οποίο δεν λέει πολλά αλλά λέει αρκετά.
Άφησε το κινητό πάνω στο γραφείο του και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Έφτιαξε ένα ελληνικό και κάθησε στο μπαλκόνι να τον πιει.
Τελείωσε να ετοιμάζεται, πήρε το κινητό του, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του και έφυγε για να πάει να βρει τον Σάντικ.
Μόλις φτάσανε στο πάρτι, ο Νικόλας τους καλωσόρισε και τους σύστησε στους άλλους που βρισκόντουσαν εκεί. Ο Σάντικ πήγε να βρει έναν φίλο του και ο Ηρακλής πήγε να πάρει ένα ποτό.
Η μουσική ήταν έντονη και ζωντανή, σε έκανε να θες να χορέψεις, το οποίο είναι πολύ λογικό μιας και σε πάρτι βρισκόταν. Μα ο Ηρακλής δεν είχε όρεξη ούτε για τέκνο μπιτς ούτε για ντίσκο, ήταν πιο παραδοσιακός τύπος. Ο τύπος ο οποίος θα τα έδινε όλα σε κάποιο γάμο ή πανηγύρι.
Μετά από λίγη ώρα που καθόταν μόνος του άκουσε κάποια άτομα πιο δίπλα να μιλάνε για τις εμπειρίες τους με την εύρεση δουλειά. «Δεν μπορώ να βρω τίποτα που να με πληρώνει αρκετά!» είπε ένας, ο Ηρακλής ξαφνιάστηκε και πλησίασε για να ακούσει καλύτερα. Όλοι μαζικά μοιραζόντουσαν τις παρόμοιες εμπειρίες στους με το να βρούνε δουλειά. Ο Ηρακλής δεν είχε καθίσει να ψάξει για μία διότι ήθελε να ηρεμήσει από το βασανιστήριο που πέρασε προσπαθώντας να πάρει αυτό το πτυχίο, αλλά σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να βρει και αυτός μια δουλειά. «Πραγματικά ρε είναι απαράδεκτη αυτή η κατάσταση!! Είναι λες και θέλουν να μας διώξουν στο εξωτερικό» εκφώνησε ένας άλλος.
Ο Ηρακλής τώρα άρχισε κάπως να αγχώνεται και αποφάσισε να απομακρυνθεί από αυτή τη συζήτηση, δεν ήθελε να του χαλάσει η βραδιά. Πήγε να βρει το Σάντικ και να δει τι κάνει.
Ήταν πολύ μεγάλη αυτή η βίλα και ένιωθε ότι είχε χαθεί. Μετά από αρκετό περπάτημα κατάφερε και βρήκε τον Σάντικ. Δεν μπορούσε να πει ότι βρισκόταν και στην καλύτερη κατάσταση. Ήταν καθισμένος σε μια άκρη σε ένα διάδρομο, φαινόταν να είχε τις αισθήσεις του αλλά όχι για πολύ. Ο Ηρακλής έτρεξε προς την πλευρά του και προσπάθησε να του μιλήσει αλλά εκείνος δεν ανταποκρίθηκε. Πανικοβλημένος που ήταν προσπάθησε να τον σηκώσει για να πάνε σπίτι. Δεν ήταν εύκολο όμως μιας και ο Σάντικ ήταν πιο βαρύς από εκείνον.
Με τα χίλια ζόρια κατάφεραν να μπουν σε ταξί και να γυρίσουν στο σπίτι του Ηρακλή. Επέστρεψαν στο σπίτι του Ηρακλή αντί για του Σάντικ γιατί ο Σάντικ δεν είχε κλειδιά μαζί του και μιας και ήταν αργά ο Ηρακλής δεν ήθελε να ξεσηκώσει την οικογένεια του.
Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκαν μέσα, ο Ηρακλής άφησε τον Σάντικ να ξαπλώσει στον καναπέ καθώς εκείνος πήγε να φτιάξει ένα χαμομήλι για να ηρεμήσει.
Τρεις μήνες μετά και ο Ηρακλής στη μία δουλειά πηγαίνει και απ’ την άλλη φεύγει, δεν μπορεί να βρει μια καλή μόνιμη δουλειά και αρχίζει να χάνει ελπίδες για το μέλλον του. Έχει βρει μία δουλειά αλλά για να βγάζει αρκετά για να πληρώσει ενοίκιο και φαγητό, θα πρέπει να δουλεύει 10 με 12 ώρες την ημέρα.
Θεωρεί αυτή την κατάσταση απαράδεκτη και νιώθει απογοήτευση για το σύστημα που τον έχει αναγκάσει να ζει έτσι. Αυτό το μοτίβο θα συνεχίζεται μέχρι που τον καλεί ένας άγνωστος αριθμός.
Ήταν από το εξωτερικό οπότε δίστασε να το σηκώσει αλλά τελικά το σήκωσε. Μία γνώριμη φωνή ακούστηκε από την άλλη πλευρά να του λέει:
- «Ε! Ηρακλή! Καλέ μου φίλε, είσαι εκεί ή πάλι πήρα τον λάθος αριθμό; ... ωχ συγνώμη-»
- «Μην ανησυχείς, εγώ είμαι, ο ίδιος..»
- «Τέλεια! Άμα δεν με θυμάσαι εγώ είμαι ο Ίβαν Μπραγκίνσκι! Άκουσα ότι μόλις αποφοίτησες από το Πολυτεχνείο, Μπράβο σου!!»
- «Α.. ναι! Ίβαν! Έχω καιρό να ακούσω από εσένα! Άμα θυμάμαι καλά ήταν στο λύκειο; και ευχαριστώ.»
- «Ναι! Έχουμε περίπου 5 χρόνια να μιλήσουμε.»
- «Ναι, όντος. Επίσης τι φάση με τον αριθμό σου; Θυμάμαι να είχες άλλο αριθμό.»
- «Α ναι! Ξέχασα να σου πω, γύρισα πίσω στη Ρωσία μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια μου! Έφυγα αφού τελείωσα το λύκειο και σπούδασα εκεί!»
- «Φαίνεται να περνάς καλά εκεί! σε αντίθεση με εμένα εδώ, δεν μπορώ με τίποτα να βρω δουλειά...»
- «Ουφ.. Αυτό ακούγεται δύσκολο.. Μα δεν σπούδασες ηλεκτρολόγος μηχανικός ή πήρες άλλη κατεύθυνση;»
- «Ναι ηλεκτρολόγος μηχανικός σπούδασα, αλλά με την οικονομική κρίση, όλα γίνονται όλο και πιο ακριβά και οι μισθοί χαμηλώνουν όποτε δεν μπορώ να ανταποκριθώ...»
- «Ουυυ τώρα κατάλαβα... χμμ... Το βρήκα! Ξέρω κάποιον που ψάχνει κάποιον σαν εσένα. Να φανταστώ ξέρεις αγγλικά; χαχα, γιατί ρωσικά σίγουρα δεν ξέρεις, αλλά θα πρέπει να έρθεις Μόσχα. Καταλαβαίνω άμα δεν θες να έρθεις λόγο του κλίματος αλλά εγώ μπορώ να σε φιλοξενήσω! Για να λέμε την αλήθεια έψαχνα κάποιον να με βοηθήσει με το ενοίκιο του σπιτιού.»
- «Μου λες αλήθεια τώρα ή με δουλεύεις;!»
- «Αλήθεια σου λέω! θες να έρθεις;; αν ναι τότε θα πρέπει να ενημερώσω τη Κάτια να σου κρατήσει θέση για να μη προσλάβει κάποιον άλλο.»
- «Θα ήθελα πολύ να έρθω! Να φανταστώ ότι η Κάτια είναι η αδερφή σου, έτσι δεν την λέγανε;»
- «Ναι! Θα έρθεις με αεροπλάνο;»
- «ερμ... ∆εν το έχω σκεφτεί αυτό ακόμα αλλά λογικά, ναι.»
- «Όκεϊ, τώρα που ξέρεις τον αριθμό μου μπορείς να με καλέσεις όποτε θες! Πες μου παρακαλώ πότε θα φτάσεις εδώ για να έχω ετοιμάσει το δωμάτιο σου!»
- «Ένταξει! Ρε σε ευχαριστώ πάρα πολύ!»
- «∆εν κάνει τίποτα! Έλα τώρα πρέπει να σε κλείσω έχω δουλείες να κάνω.»
- «Μην σε κρατάω άλλο, έλα αντίο»
- «Αντίο!»
Αυτό πήγε πολύ καλύτερα από ότι νόμιζε μίλησε με έναν παλιό φίλο και βρήκε δουλειά! Ήταν χαρούμενος αλλά δεν πολύ ήθελε να φύγει από την Ελλάδα. Αυτή ήταν μια καταπληκτική ευκαιρία που δεν μπορούσε απλά να πετάξει στον κάδο.
Την επόμενη μέρα κιόλας είχε κλείσει εισιτήρια για Μόσχα αλλά το αεροπλάνο δεν θα έφευγε για άλλη μια εβδομάδα.
Μάζεψε όλα τα λεφτά που είχε αποταμιεύσει και αποφάσισε να πάει για ψώνια για χειμωνιάτικα ρούχα. Πήγε μαζί με την παιδική του φίλη, τη Τατζάνα, για να τον βοηθήσει με το να επιλέξει ρούχα μιας και αυτός «δεν το έχει» όπως η ίδια περιγράφει.
Μετά τα ψώνια τους πήγαν να πιούν καφέ σε ένα κοντινό καφενείο για να μιλήσουν μιας και είχαν καιρό να τα πούνε:
- «Λοιπόν, για το που το έβαλες και σου ήρθε να πάρεις τέτοια ρούχα;»
- «Μόσχα.»
- «ΜΟΣΧΑ;! Τι δουλειά έχεις εσύ στη Μόσχα;!»
- «Βρήκα δουλειά εκεί.»
- «Πώς βρήκες δουλειά στη Μόσχα; Αφού δεν έχεις πάει ποτέ εκεί και ούτε ρωσικά ξέρεις, εκτός κι’ αν μου κρύβεις κάτι! Μη μου πεις... αυτός ο Ίβαν στη βρήκε;»
- «Ναι, για την ακρίβεια. Φεύγω την Παρασκευή»
- «ΤΙ;! Τόσο νωρίς;! Πότε θα προλάβουμε να σου πούμε αντίο!»
- «Ε... ∆εν γίνεται αλλιώς τώρα, έχω ήδη κλείσει εισιτήρια.»
- «Αχ! Τι θα κάνω με εσένα! Όλο οργανώνεις και δεν μου λες!»
- «Συγγνώμη...»
- «Μα και που θα μείνεις; Έχεις σπίτι εκεί; Όχι να μαντέψω, πάντως όχι σε ξενοδοχείο—»
- «Σουτ! Τα έχω όλα κανονισμένα, μην ανησυχείς.»
- «Καλά! Εντάξει! Αφού το λες εσύ, σε εμπιστεύομαι.»
Τελειώσανε να μιλάνε, πληρώσανε και ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο. Ο Ηρακλής γύρισε πίσω στο σπίτι του να πλύνει τα καινούργια ρούχα για να μπορέσει να τα έχει μαζί του στο ταξίδι.
